Χαρακτηριστική αρχή του αστικού δικαίου είναι ότι ‘Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια οφείλει να τον αποζημιώσει’, βάσει της οποίας εγκαθιδρύεται η λεγόμενη αδικοπρακτική ευθύνη του ζημιώσαντος.
Βάσει των σχετικών με τις αδικοπραξίες διατάξεων, μάλιστα, προκειμένου ο παθών να μπορεί να αξιώσει αποζημίωση από τον ζημιώσαντα πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:
- Ο ζημιώσας να έχει επιδείξειμια παράνομη συμπεριφορά (είτε με ενέργεια είτε με παράλειψη)
- Η παράνομη αυτή συμπεριφορά του ζημιώσαντος να οφείλεται σε υπαιτιότητά του (είτε σε δόλο είτε σε αμέλεια του)
- Ο παθών να έπαθε ζημία από την παράνομη πράξη του δράστη
- Να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης του ζημιώσαντος και την ζημία που επήλθε τον παθόντα (η πράξη ή η παράλειψη του ζημιώσαντος να προκάλεσε τη συγκεκριμένη ζημία στον παθόντα)
Συχνά, βέβαια, πέραν αυτής καθ’ εαυτής της προσωπικής και περιουσιακής ζημίας του παθόντος, ο παθών μπορεί να υποστεί και ‘ηθική βλάβη’ ή ‘ψυχική οδύνη’.
Συγκεκριμένα χρηματική ικανοποίηση λόγω ‘ηθικής βλάβης’ μπορεί να αξιώσει ο παθών, εφόσον υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις ο ζημιώσας λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του προξένησε στον παθόντα ζημία ‘μη περιουσιακή’, δηλαδή βλάφθηκαν αξίες του παθόντος μη αποτιμητές σε χρήμα (όπως π.χ. η τιμή, η υπόληψή του).
Συγχρόνως χρηματική ικανοποίηση λόγω ‘ψυχικής οδύνης’ μπορεί να αξιώσει πρόσωπο του οποίου στενός συγγενής απεβίωσε ένεκα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ζημιώσαντος (π.χ. λόγω τροχαίου, ιατρικού σφάλματος κλπ.). Επειδή, μάλιστα, o ψυχικός πόνος που προκαλείται από το θάνατο ενός οικείου προσώπου είναι ιδιαίτερος και διαρκής, οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα δικαστήρια σε αυτές τις περιπτώσεις είναι κατά κανόνα υψηλότερες σε σύγκριση με την απλή ηθική βλάβη. Βαρύνουσα, βέβαια, σημασία έχει ο βαθμός συγγένειας εκείνου που αξιώνει χρηματική ικανοποίηση και του θύματος- θανόντος.
